σκορδόπρασον
σκορδόπρασον, σκορδο-φᾰγία, σκορδο-φόρος, v. σκοροδόπρασον, σκοροδοφαγία, σκοροδοφόρος.
{ "headword": "σκορδόπρασον", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n95135", "citations": [], "senses": [], "key": "skordo/pra^son", "type": "main" }