σκόλεφραι
σκόλεφραι κατακεκαυμέναι τὰς τρίχας, Hsch.
{ "headword": "σκόλεφραι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n95048", "citations": [], "senses": [], "key": "sko/lefrai", "type": "gloss" }