σκιρράς
σκιρράς, σκίρρος, v. σκῖρος 3. σκίρρον, σκιρρός, σκιρρόομαι, Σκίρρων, σκίρρωσις, v. σκιρός, σκιρόομαι, etc.
{ "headword": "σκιρράς", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n94940", "citations": [], "senses": [], "key": "skirra/s", "type": "main" }