σκιομαχέω
σκιομαχέω, σκῐο-μαχία, v. σκιαμαχέω, σκιαμαχία.
{ "headword": "σκιομαχέω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n94903", "citations": [], "senses": [], "key": "ski^omaxe/w", "type": "main" }