σκιμβασμός
σκιμβασμός φιλήματος εἶδος, Hsch. σκιμβόλος· ἠλίθιος, Id.
{ "headword": "σκιμβασμός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n94871", "citations": [], "senses": [], "key": "skimbasmo/s", "type": "gloss" }