σκιαδοφορέω
σκιαδοφορέω, σκῐᾰδο-φόρος, v. σκιαδη-φορέω, -φόρος.
{ "headword": "σκιαδοφορέω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n94826", "citations": [], "senses": [], "key": "ski^a^dofore/w", "type": "main" }