σκερολίγγες
σκερολίγγες λαικασταὶ ἢ ὠπισταί, Hsch. σκερός· αἰδοιολείκτης, Id.
{ "headword": "σκερολίγγες", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n94717", "citations": [], "senses": [], "key": "skeroli/gges", "type": "gloss" }