σκέλεφερ
σκέλεφερ βόλου ὄνομα, Λάκωνες, Hsch. σκελεφρός, v. σκελιφρός.
{ "headword": "σκέλεφερ", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n94662", "citations": [], "senses": [], "key": "ske/lefer", "type": "gloss" }