σηρικοποιός
σηρικοποιός, v. σιρικοποιός.
{ "headword": "σηρικοποιός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n93864", "citations": [], "senses": [], "key": "shri^kopoio/s", "type": "main" }