σήραγγος
σήραγγος ἢ σήραγξ· ἐπιθυμία, Hsch.; cf. σηράγγων· σπηλαίων, ἐπιθυμιῶν, Id.
{ "headword": "σήραγγος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n93857", "citations": [], "senses": [], "key": "sh/raggos", "type": "main" }