σημήϊον
σημήϊον, τό, Ion. for σημεῖον. σημιαφόρος, v. σημειοφόρος.
{ "headword": "σημήϊον", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n93825", "citations": [], "senses": [], "key": "shmh/i+on", "type": "main" }