σειρικόν
σειρικόν, τό, = σέρις, Suid. σειρικός, v. σηρικός.
{ "headword": "σειρικόν", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n93567", "citations": [], "senses": [], "key": "seiriko/n", "type": "main" }