σειρηφόρος
σειρηφόρος, ον, Ion. for σειραφόρος.
{ "headword": "σειρηφόρος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n93562", "citations": [], "senses": [], "key": "seirhfo/ros", "type": "main" }