σαυσιαλεῖ
σαυσιαλεῖ μαστιγᾶται, Ἠλεῖοι, Hsch. σαυτορία· σωτηρία, Amerias ap. Hsch. σαυχμόν· σαχνόν, χαῦνον, σαθρόν, ἀσθενές, Hsch.
{ "headword": "σαυσιαλεῖ", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n93465", "citations": [], "senses": [], "key": "sausialei=", "type": "gloss" }