σάσαμον
σάσαμον, σασαμόπαστος, etc., v. σήσαμον, σησαμόπαστος. σᾶσις, v. σῆσις. σάσσω, v. σάττω.
{ "headword": "σάσαμον", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n93403a", "citations": [], "senses": [], "key": "sa/samon", "type": "gloss" }