πυρετικός
πυρετικός, ή, όν, = πυρεκτικός, Ptol. Tetr. 85.
{ "headword": "πυρετικός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n91632", "citations": [], "senses": [], "key": "pu^retiko/s", "type": "main" }