προφέρτερος
προφέρτερος, προφέρ-τατος, v. προφερής I.
{ "headword": "προφέρτερος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n90670", "citations": [], "senses": [], "key": "profe/rteros", "type": "main" }