προῦμορ
προῦμορ εἶδος σικύου or σύκου ( οἴκου cod.), Hsch. (prob. for πρού<ι>μορ,= πρώϊμος).
{ "headword": "προῦμορ", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n90588", "citations": [], "senses": [], "key": "prou=mor", "type": "gloss" }