View word page
προτιάπτω
προτιάπτω, προτιβάλλομαι, προτιειλεῖν, προτιείποι, v. προσάπτω, προσβάλλω, προσειλέω, προσεῖπον.

ShortDef

No short def.

Debugging

Headword:
προτιάπτω
Headword (normalized):
προτιάπτω
Headword (normalized/stripped):
προτιαπτω
Intro Text:
προτιάπτω, προτιβάλλομαι, προτιειλεῖν, προτιείποι, v. προσάπτω, προσβάλλω, προσειλέω, προσεῖπον.
IDX:
90742
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n90520
Key:
protia/ptw

Senses and Citations (From Data)

Citations (From Models)

No citations.

Data

{
  "headword": "προτιάπτω",
  "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n90520",
  "citations": [],
  "senses": [],
  "key": "protia/ptw",
  "type": "main"
}