προτιάπτω
προτιάπτω, προτιβάλλομαι, προτιειλεῖν, προτιείποι, v. προσάπτω, προσβάλλω, προσειλέω, προσεῖπον.
{ "headword": "προτιάπτω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n90520", "citations": [], "senses": [], "key": "protia/ptw", "type": "main" }