προτήνιον
προτήνιον ἡλικία τις αἰγός· ἐν Καμειρέων ἱεροποίᾳ τράγον π. θύειν νόμος, Phot.; cf. πρατήνιον, πρητήν.
{ "headword": "προτήνιον", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n90517", "citations": [], "senses": [], "key": "proth/nion", "type": "gloss" }