προτεκμαίρομαι
προτεκμαίρομαι, v. προστεκμαίρομαι.
{ "headword": "προτεκμαίρομαι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n90473", "citations": [], "senses": [], "key": "protekmai/romai", "type": "main" }