προσφανής
προσφανής, ές, dub. sens., προσφανῆ· Θεόφραστος ἐν Μεταλλικῷ χρυσίου συρροάς, Hsch.
{ "headword": "προσφανής", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n90300", "citations": [], "senses": [], "key": "prosfa^nh/s", "type": "main" }