πρόπωνα
πρόπωνα εὐκρατῆ, εὔφημα, πρόχειρα, ἑτοῖμα, ἀνεμπόδιστα, Hsch.
{ "headword": "πρόπωνα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n88424", "citations": [], "senses": [], "key": "pro/pwna", "type": "gloss" }