προκαδδικάζομαι
προκαδδικάζομαι, v. προκαταδικάζομαι.
{ "headword": "προκαδδικάζομαι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n87595", "citations": [], "senses": [], "key": "prokaddika/zomai", "type": "main" }