προεγρηγορέω
προεγρηγορέω, v. προγρηγορέω.
{ "headword": "προεγρηγορέω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n87127", "citations": [], "senses": [], "key": "proegrhgore/w", "type": "main" }