προαμεύω
προαμεύω, Dor. for προαμείβω, Hsch.; also προᾰμ-ευτής· ἐργάτης προηγούμενος, Id.
{ "headword": "προαμεύω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n86488", "citations": [], "senses": [], "key": "proa^meu/w", "type": "main" }