πρήϊον
πρήϊον πρότερον, Hsch. πρηκτήρ, πρήκτης, πρηκτός, v. πρακτήρ, πράκτης, πρακτός.
{ "headword": "πρήϊον", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n86327", "citations": [], "senses": [], "key": "prh/i+on", "type": "gloss" }