πραγματεύομαι
πραγματεύομαι, Ion. πρηγμ-, aor. ἐπραγματευσάμην, Ion. ἐπρηγμ-, Hp. Epid. 6.8.32, X. Oec. 10.9, etc.; also ἐπραγματεύθην, Ion. ἐπρηγμ-, Hdt. 2.87, Isoc. 12.249: pf. πεπραγμάτευμαι Id. 11.1, Pl. Phd. 99d, 100b, al.; also in pass. sense, v. infr.:—