ποτιδέγμενος
ποτιδέγμενος, ποτιδέχνυσο, v. προσδέχομαι.
{ "headword": "ποτιδέγμενος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n86011", "citations": [], "senses": [], "key": "potide/gmenos", "type": "main" }