ποτεκλεπτόμαν
ποτεκλεπτόμαν προσεπορευόμην, Hsch. ποτεκχετήρια· τορνευτήρια, Id.
{ "headword": "ποτεκλεπτόμαν", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n85976", "citations": [], "senses": [], "key": "poteklepto/man", "type": "gloss" }