Ποσείδιος
Ποσείδιος, Ποσείδιον, v. Ποσιδήϊος, -ήϊον.
{ "headword": "Ποσείδιος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n85892", "citations": [], "senses": [], "key": "*posei/dios", "type": "main" }