πορτάζει
πορτάζει δαμαλίζεται, Hsch. πορτάκινον· μοσχίον, Id.; cf. πόρταξ.
{ "headword": "πορτάζει", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n85824", "citations": [], "senses": [], "key": "porta/zei", "type": "gloss" }