πόρθος
πόρθος πτόρθος κτλ., Hsch. πορθυγγίς· σπατίλη, τρύβλιον, Id.
{ "headword": "πόρθος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n85758", "citations": [], "senses": [], "key": "po/rqos", "type": "gloss" }