πορδαλιαγχές
πορδαλιαγχές, πορδᾰλ-ιδεύς, πόρδᾰλ-ις, v. παρδαλιαγχές, παρδαλιδεύς, πάρδαλις.
{ "headword": "πορδαλιαγχές", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n85720", "citations": [], "senses": [], "key": "porda^liagxe/s", "type": "main" }