πολεμολαμαχαϊκός
πολεμολαμαχαϊκός, ή, όν, comic word in Ar. Ach. 1080, a compd. of πόλεμος, Λάμαχος, Ἀχαϊκός.
{ "headword": "πολεμολαμαχαϊκός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n84430", "citations": [], "senses": [], "key": "polemola_ma^xa_i+ko/s", "type": "main" }