πλήτης
πλήτης πλησιαστής, Hsch. πλητήσαντα· δηλοῦντα, Id. πλητίνες· δέλτοι, Id. πλῆτο, 3 sg. aor. Pass. both of πίμπλημι and of πελάζω.
{ "headword": "πλήτης", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n83872", "citations": [], "senses": [], "key": "plh/ths", "type": "gloss" }