πληθοχορεία
πληθοχορεία ἡ ἐπὶ πολὺ ἐκτεινομένη χορεία, Phot.
{ "headword": "πληθοχορεία", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n83775", "citations": [], "senses": [], "key": "plhqoxorei/a", "type": "gloss" }