πέσσυμπτον
πέσσυμπτον σκυτεῖον, Hsch., and πεσσύπτη· σκυτεύ<τ>ρια, Id.; cf. πίσυλλος, πεττύκια.
{ "headword": "πέσσυμπτον", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n82706", "citations": [], "senses": [], "key": "pe/ssumpton", "type": "gloss" }