περιττός
περιττός, περιτρῡπ-άκις, περιτρῡπ-εύω, περιτρῡπ-ωμα, etc., v. περισσ-.
{ "headword": "περιττός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n82424", "citations": [], "senses": [], "key": "peritto/s", "type": "main" }