περιτεύοντες
περιτεύοντες συλῶντες, Hsch. (fort. πειρατεύοντες).
{ "headword": "περιτεύοντες", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n82360", "citations": [], "senses": [], "key": "periteu/ontes", "type": "gloss" }