περισσομένη
περισσομένη πορθουμένη, Hsch. (leg. περθ-).
{ "headword": "περισσομένη", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n82138", "citations": [], "senses": [], "key": "peris[s]ome/nh", "type": "gloss" }