πεπτήριος
πεπτήριος, α, ον, = πεπτικός, κοιλίη, σπλάγχνον, Aret. SD 2.7.
{ "headword": "πεπτήριος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n80947", "citations": [], "senses": [], "key": "pepth/rios", "type": "main" }