πελταστικός
πελταστικός, ή, όν,
ἡ -κή (sc. τέχνη) tactics of a targeteer, Id. Lg. 813e ;
τὸ -κόν, = οἱ πελτασταί, X. An. 7.6.29, etc.
Adv. Sup. πελταστικώτατα in the best manner of πελτασταί, Id. Oec. 21.7.