πέλαινα
πέλαινα πόπανα, μειλίγματα, Hsch. πέλαιτον· τὸ ἐφικτόν, μέγιστον, Id.
{ "headword": "πέλαινα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n80405", "citations": [], "senses": [], "key": "pe/laina", "type": "main" }