πέδαλα
πέδαλα ποικίλα, Hsch. πεδαλευόμενος· μεταμελόμενος, μεταδιωκόμενος, ld., cf. Alc. 50.4 Pap. Demetr.Lacon.
{ "headword": "πέδαλα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n80205", "citations": [], "senses": [], "key": "pe/dala", "type": "gloss" }