πεδάγρετος
πεδάγρετος, ον, Aeol. for * μετάγρετος ( ἀγρέω), in neut. sg., glossed μεταμέλητον, μεταληπτόν, ποικίλον, μεταδίωκτον, Hsch.
{ "headword": "πεδάγρετος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n80201", "citations": [], "senses": [], "key": "peda/gretos", "type": "main" }