παρκατέλεκτο
παρκατέλεκτο, παρ-κλίνω, παρ-κύπτω, παρ-λαμβάνω, poet. for παρα-. παρμέμβλωκε, v. παραβλώσκω.
{ "headword": "παρκατέλεκτο", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n79652", "citations": [], "senses": [], "key": "parkate/lekto", "type": "main" }