οὐφίδρωμα
οὐφίδρωμα τοῦ σάγματος ἡ πρὸς τῇ πλευρᾷ διφθέρα, Hsch.
{ "headword": "οὐφίδρωμα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n76066", "citations": [], "senses": [], "key": "ou)fi/drwma", "type": "gloss" }