οὐδραία
οὐδραία ὑδρία, μέτρον τι, Ἀττικοῦ μετρητοῦ ἥμισυ, Hsch. οὐδραίνει· περικαθαίρει, Λάκωνες, Id. οὐδύεται· ἐρίζει, Id.
{ "headword": "οὐδραία", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n75790", "citations": [], "senses": [], "key": "ou)drai/a", "type": "gloss" }