ὀτιαφόροι
ὀτιαφόροι οἱ τὰς ὀτίδας φέροντες ἐργάται· ὀτὶς δὲ εἶδος ὄρνιθος, AB 287.
{ "headword": "ὀτιαφόροι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n75696", "citations": [], "senses": [], "key": "o)tiafo/roi", "type": "gloss" }